βιομηχανία

βιομηχανία
Κάθε εργασία με την οποία μετατρέπεται μια πρώτη ύλη σε είδος χρήσιμο για τον άνθρωπο. Με τον όρο β. δηλώνεται στην οικονομική γλώσσα η δραστηριότητα που αποβλέπει να επαυξήσει την ωφελιμότητα και την αξία των ήδη υπαρχόντων αγαθών με τη χρησιμοποίηση κεφαλαίου και εργασίας. Με την έννοια αυτή η β. περιλαμβάνει μόνο τις κατηγορίες επιχειρήσεων που ασχολούνται με την επεξεργασία πρώτων υλών ή ημικατεργασμένων (β. μεταποίησης) ή ακόμα τη συγκέντρωση και συναρμολόγηση διαφόρων υλικών για την κατασκευή σύνθετων μονάδων (β. κατασκευών). Η εφαρμογή όμως τυπικών βιομηχανικών μεθόδων εργασίας σε άλλες δραστηριότητες είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της αρχικής έννοιας και σήμερα γίνεται γενικά λόγος για β. εξόρυξης, ξενοδοχειακή β., β. των μεταφορών, τουριστική β., μουσική β., κινηματογραφική β. κλπ. Οικονομία.Δεν είναι εύκολο να καθοριστούν με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της β. και να διακριθεί από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, επειδή ακριβώς περιλαμβάνει μια πολύ μεγάλη ποικιλία επιχειρήσεων που κλιμακώνονται από το μικρό εργαστήριο βιοτεχνικού ή οικογενειακού χαρακτήρα έως τα μεγάλα συγκροτήματα, που απασχολούν χιλιάδες εργατών και χρησιμοποιούν τεράστια κεφάλαια. Είναι λοιπόν πολλαπλές οι χρησιμοποιούμενες παραγωγικές διαδικασίες· διαφορετική είναι επίσης η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και μεταξύ παγίου και κυκλοφορούντος κεφαλαίου, όπως είναι διαφορετικό και το σύστημα διαχείρισης και κατανομής των επιχειρηματικών κερδών, η μορφή της ιδιοκτησίας και η φορολογική μεταχείριση. Κατά συνέπεια, για να απο φευχθούν αυθαίρετοι ή ανακριβείς ορισμοί, είναι προτιμότερο να περιοριστούμε στη διακρίβωση μερικών από τις πιο κοινές εκδηλώσεις της βιομηχανικής δραστηριότητας, οι οποίες, και αν ακόμη δεν είναι απόλυτα ειδικευμένες σε αυτό το αντικείμενο, επιτρέπουν πάντως να περιγραφεί κατά προσέγγιση το εξωτερικό του περίγραμμα. Κύρια χαρακτηριστικά της β. είναι η χρήση μηχανών, η χρήση πηγών ενέργειας, η συμμετοχή πολλών ατόμων στην παραγωγική διαδικασία, ο καταμερισμός της εργασίας και η εφαρμογή επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων που σήμερα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα. Στη βάση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας βρίσκεται η χρήση τριών συντελεστών: της ανθρώπινης εργασίας, του κεφαλαίου και του εδάφους, με την έννοια –σε ό,τι αφορά το τελευταίο– της ικανότητας της φύσης να παράγει πλούτο. Με την επέμβαση του επιχειρηματία, οι τρεις αυτοί συντελεστές οργανώνονται σε ιδιαίτερες μορφές και, σε σχέση με την υπεροχή του ενός από τους συντελεστές απέναντι στους άλλους κατά τους διάφορους παραγωγικούς συνδυασμούς, δημιουργούνται τα ποικίλους είδη οικονομικής δραστηριότητας. Εκεί όπου η δύναμη της φύσης αποτελεί το πρωτεύον στοιχείο έχουμε τις αγροτικές και μεταλλευτικές δραστηριότητες, που αποκαλούνται επίσης πρωτογενείς, ενώ εκεί όπου η συμβολή της εργασίας και του κεφαλαίου είναι θεμελιώδης, έχουμε τις λεγόμενες δευτερογενείς δραστηριότητες καθώς και τις εμπορικές δραστηριότητες που ονομάζονται τριτογενείς. Όταν ο παραγωγικός συνδυασμός πραγματοποιείται αποκλειστικά στο επίπεδο των πρωτογενών δραστηριοτήτων, ανακύπτουν σχεδόν παντού πρωτόγονες οικονομικές μορφές που δεν ξεπερνούν τα όρια της απλής επιβίωσης, επειδή η παραγωγική ικανότητα της φύσης, στο μέτρο που μπορεί να δραστηριοποιηθεί, δεν είναι δεκτική ουσιαστικής διεύρυνσης πέρα από ορισμένα όρια. Η αύξηση ωστόσο του πληθυσμού και η ανάπτυξη της διαδικασίας κεφαλαιοποίησης επιβάλλουν τη χρησιμοποίηση, κατά την εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών περίπου σταθερών, ενός αυξανόμενου αριθμού συντελεστών, με αποτέλεσμα να μειωθεί αργά ή γρήγορα η ειδική απόδοση του καθενός (νόμος της φθίνουσας απόδοσης). Κατά συνέπεια, όταν θα έχει πια πετύχει στις πρωτογενείς δραστηριότητες ο οικονομικός συνδυασμός των τριών συντελεστών της παραγωγής, είναι σκόπιμο το πλεόνασμα εργατικών χεριών και κεφαλαίων να διοχετευτεί προς άλλα είδη δραστηριότητας, στα οποία είναι λιγότερο αισθητή η επίδραση του στατικού συντελεστή που ρυθμίζει την παραγωγική ανάπτυξη. Ένα τέτοιο είδος δραστηριότητας είναι ακριβώς η β., στην οποία η συμβολή του εδάφους είναι μηδαμινή ή αμελητέα: διαφορετικά από ό,τι συμβαίνει στις πρωτογενείς δραστηριότητες, η β. έχει θεωρητικά έναν ανεξάντλητο δυναμισμό και μπορεί να απορροφά, με τη βοήθεια αναπροσαρμογών της διάρθρωσής της, οποιαδήποτε ποσότητα εργασίας ή κεφαλαίου. Από οικονομική άποψη, η β. αποτελεί συνεπώς την πραγματοποίηση ενός πιο αποδοτικού συνδυασμού των συντελεστών της παραγωγής, χάρη στην εφαρμογή πλήρους και ορθολογικής χρησιμοποίησης των διαθέσιμων ανθρώπινων και φυσικών πηγών. Οπωσδήποτε όμως, η β. δεν προβάλλει ως υποκατάστατο των πρωτογενών δραστηριοτήτων: αντίθετα, μεταξύ των δύο μορφών παραγωγής υπάρχουν πολύ στενές σχέσεις και η ανάπτυξη της καθεμίας αποτελεί προϋπόθεση για την πρόοδο της άλλης. Στο επιχειρηματικό επίπεδο η γεωργία και ο μεταλλευτικός τομέας παρέχουν στη β. τις πρώτες ύλες που θα χρησιμοποιήσει κατά τις διάφορες μεταποιητικές εργασίες και δέχονται τις μηχανές και τα λιπάσματα, ενώ στο ατομικό επίπεδο γίνεται μια ανταλλαγή μεταξύ αγαθών διατροφής και βιομηχανικών αγαθών, ανταλλαγή που επιτρέπει σε κάθε εργαζόμενο, ανεξάρτητα από τον τομέα στον οποίο προσφέρει την εργασία του, να απολαμβάνει τα ευεργετήματα του καταμερισμού της εργασίας. Η β. εμφανίζεται ιστορικά ως δραστηριότητα που έρχεται μετά τη γεωργία, και αναπτύσσεται όταν, στην οικονομία της απλής συντήρησης, η παραγωγή της γης αρχίζει να ξεπερνά τις ατομικές ανάγκες των καλλιεργητών. Τότε και μόνο γίνεται δυνατόν να αφαιρεθεί από την άμεση κατανάλωση ένα μέρος του προϊόντος και να μεταβληθεί σε αναγκαίο κεφάλαιο για τη συντήρηση των εργατώνοι οποίοι χρησιμοποιούνται στην κατασκευή των εγκαταστάσεων και στον μετασχηματισμό των προϊόντων της β. Ιστορία.Μερικές χιλιετίες πριν από την εμφάνιση του χριστιανισμού, η παραγωγή προϊόντων χειροτεχνίας, όπως είναι τα όπλα, τα στολίδια και τα αγγεία, είχε φτάσει σε έναν αξιοσημείωτο βαθμό αυτονομίας σε σχέση με τις παραδοσιακές αγροτικές δραστηριότητες, προκαλώντας την εμφάνιση εντατικών ανταλλαγών και τροποποιώντας βαθύτατα την οικονομική διάρθρωση των προηγούμενων πολιτισμών. Κατά την κλασική αρχαιότητα, πόλεις όπως η Μίλητος, η Κόρινθος, η Αίγινα, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η Ρώμη, ήταν σπουδαία παραγωγικά κέντρα, στα οποία η βιομηχανική δραστηριότητα έπαιζε σημαντικό ρόλο. Αλλά η σπανιότητα του κεφαλαίου που χρησιμοποιούσαν σε αυτή τη δραστηριότητα, o βιοτεχνικός χαρακτήρας της παραγωγής, η συχνή προσφυγή στην εργασία των δούλων, δεν επιτρέπουννα χαρακτηρίσουμε τα εργαστήρια της αρχαίας εποχής ως πρόδρομους των βιομηχανικών επιχειρήσεων του νεότερου κόσμου. Εξίσου αδύνατον είναι να βρεθούν ουσιαστικές αναλογίες μεταξύ της νεότερης β. και των βιοτεχνικών εργασιών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, περιορισμένες στα στενά όρια του συστήματος των συντεχνιών και των προνομίων και χωρίς την ελευθερία εκλογής και πρωτοβουλίας, η οποία αργότερα θα αποτελέσει την προϋπόθεση της μεγαλειώδους παραγωγικής ανάπτυξης. Για β. με τη σύγχρονη έννοια του όρου, μπορούμε να μιλάμε μόνο από τον 18o αι. και ύστερα, όταν δημιουργήθηκαν στην Αγγλία εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες, που διεύρυναν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών και άνοιξαν τον δρόμο προς την ανάπτυξη της παραγωγής. Πολλοί παράγοντες συνέτρεξαν για να συντελεστεί αυτός o γιγαντιαίος μετασχηματισμός της βρετανικής οικονομίας, ο οποίος, εξαιτίας του ριζικά ανανεωτικού χαρακτήρα του, ονομάστηκε Βιομηχανική επανάσταση. Η αγγλική επανάσταση του 1688, εξασφαλίζοντας στους πολίτες μια οικονομική και πολιτική ελευθερία, άγνωστη στο μεγαλύτερο μέρος των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης, είχε δημιουργήσει ευνοϊκό έδαφος για τη γέννηση νέων πρωτοβουλιών, σε σχέση με τις οποίες δεν ήταν ξένη άλλωστε η θρησκευτική επίδραση, αφού η πουριτανική συνείδηση έτεινε να ταυτίσει την υλική επιτυχία με τη θεία επιδοκιμασία και αποτελούσε γι’ αυτό τον λόγο ένα ισχυρό κίνητρο για δράση. Η αγγλική χρηματαγορά–που από το τέλος του 17ου αι. είχε βρει την τάξη και τη σταθερότητά της με την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας και του ιδρύματος του Παγιοποιημένου Δημόσιου Χρέους– μπορούσε να θέσει στη διάθεση των πιο τολμηρών και ευφυών επιχειρηματιών τεράστια ποσά ρευστού κεφαλαίου. Υπήρχαν άλλωστε άφθονες πρώτες ύλες διαθέσιμες: μαλλί, κάρβουνο και σίδερο αφθονούσαν στο εσωτερικό· άλλες βασικές ύλες (π.χ. το βαμβάκι) έρχονταν από τις αποικίες. Ο μεγάλος αγγλικός εμπορικός στόλος μπορούσε να εξασφαλίσει αποτελεσματικά τις προμήθειες πρώτων υλών από τα αποικιακά εδάφη και τη μεταφορά των εξαγόμενων βιομηχανικών αγαθών στην ηπειρωτική Ευρώπη, ενώ ο ισχυρός πολεμικός στόλος αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια αυτών των ανταλλαγών και τη συνεχή διεξαγωγή τους. Αν είναι αλήθεια ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες είχαν δημιουργήσει τους αναγκαίους όρους για μια βαθιά μεταβολή της οικονομικής διάρθρωσης της Αγγλίας, την αποφασιστική ώθηση προς την ανάπτυξη έδωσε κυρίως η βαθμιαία αύξηση της ζήτησης βιομηχανικών αγαθών, την οποία κατόρθωνε να ικανοποιήσει η προσφορά –αναγκαστικά περιορισμένη λόγω της ανεπαρκούς οργάνωσης, των υποτυπωδών εργαλείων και της έλλειψης ικανοποιητικών πηγών ενέργειας. Χρειαζόταν λοιπόν να μεταβληθεί κατά τρόπο ριζοσπαστικό η οργανωτική διάρθρωση της β. και να εισαχθούν νέες διαδικασίες, που θα επέτρεπαν την προοδευτική αύξηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους.Η μεταβολή της παραγωγικής διάρθρωσης έγινε βαθμιαία. Από το οικιακό σύστημα, στο οποίο η παραγωγή ήταν κατακερματισμένη σε απειρία μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, καθεμία από τις οποίες αποκτούσε την πρώτη ύλη και την επεξεργαζόταν ανάλογα με τα διαδοχικά στάδια της παραγωγής (π.χ. στην περίπτωση του μαλλιού: κατασκευή κλωστής, ύφανση, βαφή) έως ότου κατασκευάσει το τελικό προϊόν, πέρασε σε μια πιο εξελιγμένη φάση, κατά την οποία τον κίνδυνο της επιχείρησης αναλάμβανε ένας έμπορος, ο οποίος καταμέριζε τις διάφορες φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας μεταξύ διαφόρων κατασκευαστών που εργάζονταν στα σπίτια τους και πληρώνονταν κατ’ αποκοπή, και τέλος, στο τελικό στάδιο, δηλαδή στο σύστημα του εργοστασίου, κατά το οποίο οι διάφορες φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας ήταν ενωμένες στο ίδιο μέρος με τον άμεσο έλεγχο του επιχειρηματία. Η εξέλιξη αυτή δεν θα ήταν πάντως δυνατόν να αποδώσει τόσο μεγάλους καρπούς και σε μερικές περιπτώσεις δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την εισαγωγή νέων τεχνικών μεθόδων. Παρακινούμενη από διάφορες ευνοϊκές περιστάσεις (όπως η ιδιαίτερη δεξιοτεχνία των Άγγλων να εφαρμόζουν τις επιστημονικές γνώσεις σε πρακτικούς σκοπούς και η εξαίρετη προστασία που προσέφερε η βρετανική νομοθεσία στις εφευρέσεις), η δραστηριότητα απέβλεπε στη βελτίωση της απόδοσης των υπαρχόντων εργαλείων και στη δημιουργία νέων, υπήρξε δε πραγματικά εντατική και γόνιμη σε αποτελέσματα που επηρέασαν την ανάπτυξη της β. Οι πρώτοι νεωτερισμοί εφαρμόστηκαν στην υφαντουργία. Η ιπτάμενη σαΐτα, μια εφεύρεση του Τζον Κέι (1733), βελτίωσε την απόδοση των εργαλείων σε τέτοιο βαθμό, ώστε ένας υφαντουργός αρκούσε για να θέσει σε λειτουργία έναν αργαλειό, αντί για δύο εργάτες που χρειάζονταν προηγουμένως. Το 1764, ο υφαντουργός Τζέιμς Χιγκρέιβς ανακάλυψε μια μηχανή κλωστικής (γνωστή ως jenny). Μεταγενέστερες πρόοδοι στην τεχνική της νηματουργίας πραγματοποιήθηκαν με τη μηχανή που λειτουργούσε με νερό (waterframe), για την οποία ο Ρίτσαρντ Άρκραϊτ πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1769, με τη διαλείπουσα υφαντική μηχανή (spinning mule),που εφεύρε ο Σάμουελ Κρόμπτον το 1799. Ο μηχανικός αργαλειός, για τον οποίο πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ο Έντμουντ Κάρτραϊτ το 1785 (βελτιώθηκε στα πρώτα χρόνια του 19ου αι.), αντικατέστησε βαθμιαία τον χειροκίνητο αργαλειό και κατέστησε δυνατή μια σημαντική μείωση του κόστους, αφού δύο μηχανικοί αργαλειοί (που μπορούσε να τους χειριστεί ένα παιδί) παρήγαγαν ποσότητα υφάσματος τρεις φορές μεγαλύτερη από εκείνη που μπορούσε να επιτευχθεί από έναν χειροκίνητο αργαλειό κινούμενο από έναν ενήλικο. Αποφασιστικές πρόοδοι πραγματοποιούνταν στο μεταξύ και στον τομέα της σιδηρουργίας. Από τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι. είχε δοκιμαστεί στο χύσιμο του σιδήρου η χρήση του ορυκτού κάρβουνου και του κοκ, στη θέση του ξυλοκάρβουνου που άρχιζε να σπανίζει. Αξιοσημείωτες βελτιώσεις έγιναν επίσης στις υψικαμίνους. Γύρω στο 1785 καθιερώθηκε στη σιδηρουργική β. η μέθοδος της κάθαρσης του χυτοσιδήρου (puddlage),που επέτρεπε να παραχθεί από τον χυτοσίδηρο σίδηρος εξαιρετικής ποιότητας. Την ίδια εποχή η υποκατάσταση των σφυριών με κυλίνδρους κατά τις εργασίες της σφυρηλάτησης επέτρεψε να δίνεται στον σίδηρο η επιθυμητή μορφή με τη βοήθεια μιας απλής και γρήγορης διαδικασίας. Στο μεταξύ εμφανίστηκε το πρόβλημα της ενέργειας. Η μυϊκή δύναμη του ανθρώπου και των ζώων δεν επαρκούσε για τη λειτουργία του μεγαλύτερου μέρους των μηχανών αυτών. Εξάλλου, η χρησιμοποίηση της υδραυλικής ενέργειας παρουσίαζε τεράστια μειονεκτήματα (ανωμαλίες που οφείλονται στον πάγο και στην ξηρασία, έλλειψη κινητικότητας κλπ.) και δεν θα είχε ποτέ επιτρέψει τη συνεχή ανάπτυξη των βιομηχανικών μηχανών που χαρακτηρίζει τη νεότερη οικονομία. Η ατμομηχανή του Τζέιμς Βατ (1769), καρπός των προσπαθειών που κράτησαν πάνω από μισό αιώνα και μελετών πολυάριθμων επιστημόνων και τεχνικών, προσέφερε την πρώτη αληθινά πρακτική λύση στο πρόβλημα της κινητήριας δύναμης και αποτέλεσε έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς της μεγάλης διαδικασίας μετασχηματισμού της β., ανοίγοντας τον δρόμο στο τεράστιο ενεργειακό δυναμικό της σύγχρονης εποχής. Οι πρώτες ατμομηχανές λειτουργούσαν με ευθύγραμμη κίνηση και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την κίνηση των αντλιών στα ορυχεία. Διαδοχικές βελτιώσεις επέτρεψαν να επιτευχθεί μια περιστροφική κίνηση και η ατμομηχανή μπόρεσε να χρησιμοποιηθεί για να λειτουργήσουν οι μηχανές των εργοστασίων. Στις αρχές του 19ου αι. λειτουργούσαν στην Αγγλία 289 ατμομηχανές του Βατ και οι περισσότερες από αυτές χρησιμοποιούνταν για την άντληση του νερού στα ορυχεία. Δέκα χρόνια αργότερα έφτασαν τις 5.000 και η χρησιμοποίησή τους είχε πλέον διαδοθεί στη σιδηρουργική και την υφαντουργική β. Υπήρχαν τώρα πια –έστω και αν η μεταβολή, τουλάχιστον από ποσοτική άποψη, υπήρξε περισσότερο αργή και βαθμιαία απ’ όσο πιστεύεται γενικά– οι βασικές αρχές της σύγχρονης β.: διαθέσιμα ενεργειακής δύναμης που παραγόταν με τεχνικά μέσα και η οποία μπορούσε να αυξηθεί απεριόριστα, καταμερισμός και εξειδίκευση της εργασίας, συγκέντρωση των εργατών και των παραγωγικών εργασιών σε κατάλληλα εξοπλισμένα κτίρια εφοδιασμένα με μηχανές, ενιαίος έλεγχος της παραγωγής. Οι κοινωνικές μεταβολές που προκάλεσε η Βιομηχανική επανάσταση υπήρξαν τεράστιες. Το κεφάλαιο έγινε παράγοντας απόλυτα κυριαρχικός στην παραγωγή και η απόσταση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας μεγάλωσε καταπληκτικά. Μάζες αγροτών και βιοτεχνών συνέρευσαν στη νέα μεγάλη τάξη των εξαρτημένων μισθωτών, υποκείμενες σε συνεχή αστάθεια απασχόλησης. Τα προάστια μεταμορφώθηκαν σε βιομηχανικά συγκροτήματα. Από το άλλο μέρος, άνοιξαν εξαιρετικές προοπτικές προόδου, τις οποίες η αγροτική και η βιοτεχνική οικονομία του παρελθόντος δεν θα είχε κατορθώσει ποτέ να εξασφαλίσει. Από τη Μεγάλη Βρετανία, η Βιομηχανική επανάσταση μεταφέρθηκε στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η Γαλλία και το Βέλγιο ακολούθησαν με διαφορά μερικών δεκαετιών το αγγλικό παράδειγμα, αφιερώνοντας τις προσπάθειές τους στην εκμετάλλευση των δικών τους φυσικών πλουτοπαραγωγικών πόρων και χρησιμοποιώντας τους τεχνικούς νεωτερισμούς, που ολοένα πολλαπλασιάζονταν. Στη Γερμανία, η μεταβολή της οικονομικής διάρθρωσης –που την εμπόδιζε η διατήρηση του συντεχνιακού συστήματος και η πολιτική διαίρεση της χώρας– πραγματοποιήθηκε αργότερα, αλλά ήταν εξαιρετικά γρήγορη, επειδή η διαδικασία εκβιομηχάνισης μπόρεσε να επωφεληθεί από τις πιο εξελιγμένες τεχνικές και οργανωτικές κατακτήσεις των άλλων χωρών, χωρίς να εμποδίζεται από την ύπαρξη απαρχαιωμένων μηχανών, που άρχιζαν ήδη στην Αγγλία να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη. Κατά τα τέλη του 19ου αι., μπήκαν στην κατηγορία των εκβιομηχανισμένων κρατών οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι οποίες, διαθέτοντας τεράστιους φυσικούς πόρους και κατεχόμενες από το ζωηρό και επιχειρηματικό πνεύμα των νέων εθνών, πολύ γρήγορα κατέλαβαν εξέχουσα θέση στην παγκόσμια σκηνή. Αργότερα, η πρώην Σοβιετική Ένωση και η Ιαπωνία πραγματοποίησαν με τη σειρά τους βιομηχανοποίηση της οικονομίας τους: η πρώτη με τη βοήθεια μιας πολιτικής καθολικού προγραμματισμού, κατευθυνόμενης στην κινητοποίηση όλων των οικονομικών πόρων της χώρας, και η δεύτερη χρησιμοποιώντας το μεγάλο δυναμικό εργασίας σε χαμηλό κόστος και τις προοπτικές που προσφέρονταν από τις μεγάλες αγορές της Ασίας. Και άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, η Ολλανδία και η Σουηδία, προχώρησαν κατά τον μεσοπόλεμο και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο στον δρόμο της εκβιομηχάνισης· σιγά-σιγά, o ρυθμός της βιομηχανικής προόδου κατέκτησε λίγο ή πολύ τις περισσότερες χώρες του κόσμου· μεταβολές του ριζοσπαστικού χαρακτήρα, με διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά καθεστώτα, συντελούνται σε πολλές χώρες, τροποποιώντας σημαντικά τις τεχνικοοικονομικές προϋποθέσεις της διεθνούς ισορροπίας. Η β. στην Ελλάδα. Η Ελλάδα παρέμεινε στο στάδιο της οικιακής οικονομίας και απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο ολόκληρη την περίοδο της τουρκοκρατίας. Μετά την απελευθέρωση, άρχισε νέα εποχή για την οικονομία, αποκαταστάθηκε η επικοινωνία με το εξωτερικό και δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, που προκάλεσαν την αναπροσαρμογή και την άνθηση της βιοτεχνίας και αργότερα την ίδρυση των πρώτων βιομηχανικών εργοστασίων. Η ανάπτυξη όμως της β. συναντούσε πολλές δυσχέρειες, οι σημαντικότερες από τις οποίες ήταν η έλλειψη κατάλληλων και ειδικευμένων επιχειρηματιών και εργατών, η έλλειψη κεφαλαίων και η έλλειψη καλής καύσιμης ύλης. Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα άρχισε πραγματικά μετά το 1923, υπό την πίεση της μεγάλης αύξησης του πληθυσμού λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής και την εισροή ενός και πλέον εκατομμυρίων ανθρώπων και της προσφοράς εργασίας, που ήταν το αποτέλεσμα της εισροής των προσφύγων, καθώς και χάρη στη μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη προστασία που εξασφάλισε το νέο δασμολόγιο. Τα χρόνια όμως που πέρασαν από την εποχή εκείνη δεν διακρίνονται για την ομοιογένειά τους, επειδή επέδρασαν στο διάστημα αυτό πολλοί παράγοντες, όπως η διεθνής οικονομική κρίση, ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, η περίοδος εσωτερικής ανωμαλίας και οικονομικής αστάθειας που την ακολούθησαν κ.ά. Έτσι, ως περίοδος ταχύτερης εκβιομηχάνισης πρέπει να θεωρηθεί η περίοδος 1955-65. Στην περίοδο αυτή αναπτύχθηκε η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις εγχώριες πηγές (υδατοπτώσεις, λιγνίτες) αλλά και από εισαγόμενες (πετρέλαιο), και με τη βοήθειά της δημιουργήθηκαν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες αξιοποίησης εγχώριων πρώτων υλών (αλουμινίου, νικελίου) και άλλες για την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς και για εξαγωγές (υφαντικές, τροφίμων, καπνού, χημικές, τσιμέντου, χαρτιού, πετρελαίου, ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών, ναυπηγεία κλπ.). Η εκβιομηχάνιση, που συνεχίστηκε και αργότερα, πρέπει ακόμα να αποδοθεί στις ευνοϊκές επιδράσεις από τις μεταβολές που σημειώθηκαν στις ξένες οικονομίες και κατέστησαν δυνατή την παροχή μεγάλης ξένης βοήθειας και την εισροή κεφαλαίων, στην ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην προωθητική επίδραση πάνω στην παραγωγή που ασκεί η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και η αύξηση των απαιτήσεων των καταναλωτών. Στο οικονομικά ενοποιημένο ευρωπαϊκό περιβάλλον της εποχής του ευρώ, η θέση της β. της Ελλάδας προσδιορίζεται πλέον από τις ευρωπαϊκές ανάγκες και ανάγεται σε ένα σαφώς ευρύτερο πλαίσιο. Σύγχρονη β.Κατά τον 20ό αι., η δημογραφική άνοδος, το άνοιγμα νέων αγορών, η ανάπτυξη των μεταφορών και των συγκοινωνιών, οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι ανάγκες που απέρρευσαν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους επέτρεψαν παντού στη β. να επεκταθεί ακόμα περισσότερο, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, σύμφωνα με έναν άγνωστο κατά το παρελθόν ρυθμό. Η πρόοδος αυτή επέφερε την εισαγωγή νέων αρχών και προσανατολισμών στη σύγχρονη β. τροποποιώντας και επιτείνοντας μερικά από τα χαρακτηριστικά της. Στη σύγχρονη β. είναι, για παράδειγμα, πολύ συνηθισμένος ο διαχωρισμός μεταξύ της ιδιοκτησίας της επιχείρησης (που επεκτάθηκε με το σύστημα των μετοχών, οι οποίες διανέμονται σε χιλιάδες και κάποτε και σε εκατομμύρια πρόσωπα) και της διεύθυνσής της, η οποία έχει ανατεθεί σε συμβούλια ή σε πληρεξούσιους διευθυντέςπου μόνο κατά ένα μέρος μπορούν να αντικαταστήσουν την τυπική φυσιογνωμία του επιχειρηματία. Το σύστημα των μετοχών κατέστησε με τη σειρά του δυνατή την υποστήριξη της επεκτατικής τάσης της β. προς τις βέλτιστες διαστάσεις, επιτρέποντας την ίδρυση τεράστιων επιχειρήσεων και ευνοώντας τις διαδικασίες οριζόντιας και κάθετης συγκέντρωσης, δηλαδή της συγκέντρωσης επιχειρήσεων που παράγουν τα ίδια αγαθά ή απασχολούνται με διάφορες φάσεις της κατασκευής του ίδιου προϊόντος, αντίστοιχα. Εξάλλου η σύγχρονη β. έχει επεκτείνει κατά πολύ την εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνικής σε διάφορες δραστηριότητές της, με εξαιρετικά αποτελέσματα. Θεωρούμενη ως σύνολο γνώσεων που αντλούνται από τα πεδία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της οικονομίας, της κοινωνιολογίας και του δικαίου, η τεχνική αποτελεί το στοιχείο που ζωογονεί όλες τις βιομηχανικές δραστηριότητες, αν και είναι φανερό ότι οι εφαρμογές της δεν περιορίζονται μόνο σε αυτό τον τομέα της οικονομικής δράσης. Οι τεχνικο-επιστημονικές γνώσεις χρησιμοποιούνται για την αξιοποίηση των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων των βασικών υλών, για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών, για την εισαγωγή μηχανών που υποκαθιστούν ποιοτικά και ποσοτικά την ανθρώπινη εργασία, για τον προσδιορισμό των χρόνων και των τρόπων εργασίας, για την πάλη κατά της σπατάλης κλπ. Άλλωστε, η σύγχρονη β. προσπαθεί ολοένα και περισσότερο να εμπιστευτεί σε τεχνικούς και νέους τομείς της δραστηριότητάς της: με διερευνήσεις της αγοράς, ανάλυση των οικονομικών διακυμάνσεων και προβλέψεις για τη ζήτηση αγαθών στο μέλλον επιζητείται να προκαθοριστούν οι ανάγκες των καταναλωτών για να προετοιμαστούν τα κατάλληλα παραγωγικά μέσα. Με τη βοήθεια διαφημιστικών εξορμήσεων διευρύνεται η κατανάλωση ορισμένων προϊόντων ή δημιουργούνται μεταξύ του κοινού ακόμα και νέες προτιμήσεις και νέες ανάγκες. Επίσης, η οικονομικο-διοικητική διεύθυνση των βιομηχανικών επιχειρήσεων επωφελείται ευρύτατα από τη συμβολή των τεχνικών για τον προγραμματισμό της παραγωγής, τη διάθεση των αποθεμάτων και τον έλεγχο των δικτύων διανομής. Τέλος, η τεχνική χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο στις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στην επιχείρηση, για τη στρατολόγηση προσωπικού μεταξύ ατόμων που κατέχουν τα αναγκαία ψυχοτεχνικά εφόδια, για τις διάφορες φάσεις της κατασκευής και για τη δημιουργία γύρω από τον εργαζόμενο συνθηκών περιβάλλοντος ευνοϊκών για την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών ικανοτήτων του καθενός. Με τις εφευρέσεις στον τομέα της κυβερνητικής, οι εφαρμογές της τεχνικής στη β. μπήκαν σε νέα φάση, προορισμένη να προσλάβει ενδιαφέρουσες εξελίξεις, τη φάση του αυτοματισμού. Οι διαδικασίες αυτοματισμού, οι οποίες εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στα εργοστάσια Ford (Ντιτρόιτ), συνίστανται στην ολοκλήρωση και στη μηχανοποίηση ορισμένων εργασιών, με σκοπό να εξασφαλιστεί μια παραγωγή συνεχούς ροής. Αυτή πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση μηχανημάτων, όπως είναι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που είναι ικανοί να καταγράψουν, να κατατάξουν και να επεξεργαστούν μια μεγάλη ποσότητα πληροφοριών και να εκτελέσουν, με βάση αυτή την εργασία, ιδιαίτερες πράξεις υπολογισμού μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες και αντιδράσεις. Εξετάζοντας τη βιομηχανική δραστηριότητα από διάφορες απόψεις είναι δυνατόν να προβούμε σε μερικές υποδιαιρέσεις και ταξινομήσεις. Με βάση την καταβαλλόμενη δραστηριότητα, διακρίνουμε β. απόκτησης αγαθών που αποβλέπουν στην κατάκτηση φυσικών πόρων (β. εξόρυξης), β. μετασχηματισμού, που αποβλέπουν στην επαύξηση της ωφελιμότητας των πρώτων υλών με την ενσωμάτωση σε αυτές ποσοτήτων εργασίας και κεφαλαίου (σιδηρουργική β., β. ετοίμων ενδυμάτων, χημική β.), β. των υπηρεσιών, που αποβλέπουν στην παροχή υπηρεσιών (β. μεταφορών, ξενοδοχειακή β., τουριστική β., μουσική β., κινηματογραφική β.). Σε ό,τι αφορά τον οικονομικό προορισμό των παραγόμενων αγαθών, η β. υποδιαιρείται σε βαριά και ελαφρά ή σε β. παραγωγής κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών. Δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών· πάντως, σε γενικές γραμμές, η πρώτη προσφέρει αγαθά προορισμένα να χρησιμοποιηθούν ως εργαλεία στην εκτέλεση άλλων παραγωγικών διαδικασιών (εξορυκτική, β., σιδηρουργική, μεταλλουργική, χημική και β. κατασκευής μηχανών), ενώ η δεύτερη παράγει αγαθά άμεσης κατανάλωσης (β. διατροφής, υφαντουργική, β. αυτοκινήτου κλπ.). Σε σχέση προς τις επιτυγχανόμενες διαστάσεις, η β. υποδιαιρείται σε μικρή, μέση και μεγάλη, ενώ σε ό,τι αφορά το σύστημα διαχείρισης και ιδιοκτησίας διαιρείται σε ιδιωτική, δημόσια και μικτή. Δεν είναι απλή ιστορική σύμπτωση ότι σήμερα οι χώρες με το υψηλότερο εθνικό εισόδημα είναι ακριβώς οι βιομηχανικές (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Σουηδία, Ιαπωνία κλπ). Η δυνατότητα της β. να επεκτείνει απεριόριστα την παραγωγή της και η σπουδαιότητα που ενέχει σε αυτή τη δραστηριότητα η ανθρώπινη εργασία, επέτρεψαν, μέσωενός ευρέος δικτύου διεθνών ανταλλαγών, και σε αυτές ακόμα τις μικρές χώρες που στερούνται πρώτων υλών και είναι πυκνοκατοικημένες να φτάσουν σε υψηλά επίπεδα ευημερίας. Ο υπερπληθυσμός, που αποτελεί στις αγροτικές χώρες μία από τις κυριότερες αιτίες οικονομικής οπισθοδρόμησης, είναι, αντίθετα, στις βιομηχανικές χώρες το πρωταρχικό κίνητρο για πρόοδο. Έχοντας ακριβώς επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, οι αναπτυσσόμενες χώρες επιζητούν σήμερα να επιλύσουν τα μόνιμα γι’ αυτές προβλήματα φτώχειας και οικονομικού μαρασμού, προσφεύγοντας σε προγράμματα ανάπτυξης θεμελιωμένα κατά πρώτο λόγο στην εκβιομηχάνιση. βιομηχανική αρχιτεκτονική.Στην αρχαιότητα, η κατεργασία των μετάλλων για την παραγωγή όπλων και εργαλείων ήταν η κυριότερη βιοτεχνική απασχόληση. Ακολουθούσε η κατασκευή αγγείων, υφασμάτων, διακοσμητικών αντικειμένων κ.ά. Παραγωγή σε ευρεία κλίμακα, αλλά όχι ακόμα β., μπορεί να χαρακτηριστεί η πλινθοποιία της Ρώμης, που οι τεχνίτες της, εφοδιασμένοι με τις σφραγίδες του εργαστηρίου τους, διασκορπίζονταν στα πιο απομακρυσμένα σημεία της αυτοκρατορίας και εργάζονταν κοντά στις οικοδομές. Κατά τον Μεσαίωνα, οι τεχνίτες ασκούσαν την ταπεινή βιοτεχνία τους στις κατοικίες τους. Η συγκέντρωση ομοειδών οικοτεχνιών στον ίδιο δρόμο ή στην ίδια συνοικία αποτέλεσε τον πρώτο βιομηχανικό πυρήνα. Αργότερα αναπτύχθηκαν τεχνικές επιχειρήσεις πιο οργανωμένες, με εκατοντάδες εργάτες και ιδιαίτερη στέγη, αλλά μέχρι τον 18o αι. οι περισσότερες εργασίες γίνονταν στην κατοικία του τεχνίτη. Με τη Βιομηχανική επανάσταση, οι αντιλήψεις για τον τόπο της εργασίας άλλαξαν εντελώς. Οι επιχειρήσεις απέκτησαν πολύπλοκα ακριβά μηχανήματα, συγκεντρώνοντάς τα σε έναν ορισμένο χώρο στον οποίο εργαζόταν και το προσωπικό. Έτσι, δημιουργήθηκε το εργοστάσιο, ένα πρακτικό και απλό υπόστεγο στην αρχή, που με τον καιρό εξελίχθηκε σε πολύπλοκο συγκρότημα, δημιούργησε έναν νέο τύπο αρχιτεκτονικού χώρου, εισχώρησε στις αστικές περιοχές και στο τοπίο, καταλήγοντας σε πρόβλημα από τα πιο αγχώδη της πολεοδομίας, συναρτημένο απόλυτα και με το γενικότερο στεγαστικό. Για την κατασκευή των εργοστασίων χρησιμοποιήθηκαν νέες τεχνικές και νέα υλικά. Οι σιδερένιοι σκελετοί και το οπλισμένο σκυρόδεμα επέτρεψαν τη δημιουργία συνεχώς μεγαλύτερων και λειτουργικότερων χώρων, αλλά η μορφολογική διατύπωσή τους συνάντησε πολλές δυσκολίες. Έγινε αρχικά προσπάθεια να προσαρμοστούν οι νέοι τρόποι της οικοδομικής στις παραδοσιακές αρχιτεκτονικές μορφές, με συνέπεια να γίνεται μια απλή κάλυψη των μεταλλικών σκελετών με περιβλήματα οποιουδήποτε γνωστού ρυθμού (β. σοκολάτας στο Νουαζιέλ-σιρ-Μαρν στη Γαλλία, 1871-72, του Ζιλ Σολνιέ). Μετά τα πρώτα νεοκλασικά εργοστάσια (καπνεργοστάσιο της Ρώμης, 1859-62, του Αντόνιο Σάρτι) η εμφάνιση του ιστορικού εκλεκτικισμού του 19ου αι. ανέκοψε την εξέλιξη της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και εμπόδισε τους σχεδιαστές των εργοστασίων να εμπνευστούν από τα εξαιρετικά απλά και λειτουργικά κτίρια των μεγάλων διεθνών εκθέσεων, όπως το Crystal Palace της έκθεσης του Λονδίνου (1851), του Τζόζεφ Πάξτον. Οπρώτος συντονισμός συγχρονισμένης κατασκευής και μορφής βιομηχανικού κτιρίου έγινε στις αρχές του 20ού αι. στη Γερμανία, όταν o Πέτερ Μπέρενς δημιούργησε το εργοστάσιο στροβίλων της AEG στο Βερολίνο (1908-9) και οΒάλτερ Γκρόπιους με τον Άντολφ Μάγερ σχεδίασαν το εργοστάσιο Φάγκους στο Άλφελντ αν-ντερ-Λάινε (1911) και παρουσίασαν στην Έκθεση της Κολονίας του 1914 το πρώτο ορθολογιστικό πρότυπο εργοστασίου. Οιεκπρόσωποι της ορθολογιστικής αρχιτεκτονικής ανέπτυξαν επίσης το θέμα και από την πολεοδομική άποψη, χωρίς να διστάσουν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και την ουτοπιστική τοποθέτηση του Τονί Γκαρνιέ. Από αυτούς πηγάζει ολόκληρη σχεδόν η βιομηχανική αρχιτεκτονική του 20ού αι. με μερικές εξαιρέσεις, όπως το εξπρεσιονιστικό πιλοποιείο στο Λουκενβάλντε (1920) του Έρικ Μέντελσον. Σήμερα, η βιομηχανική αρχιτεκτονική είναι έκφραση διεθνής και χρησιμοποιείται σε όλο τον κόσμο για την πραγματοποίηση τεράστιου αριθμού νέων συγκροτημάτων. βιομηχανική κατασκοπεία. Η αθέμιτη και συνήθως παράνομη συλλογή πληροφοριών για τη λειτουργία και τις δραστηριότητες μιας επιχείρησης, που αποσκοπεί σε ιδιοτελή σκοπό (κυρίως στην ενημέρωση μιας ανταγωνιστικής επιχείρησης). Τα μέσα για την άσκησή της είναι πολλά και ποικίλα και συχνά προϋποθέτουν ότι ο πληροφοριοδότης εργάζεται ή έχει πρόσβαση στην κατασκοπευόμενη επιχείρηση. Ακραία μέσα άσκησης της βιομηχανικής κατασκοπείας είναι η υποκλοπή τηλεφωνημάτων, η παράνομη φωτογράφηση ή μαγνητοφώνηση, η δόλια παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου (σε συνεργασία με ανθρώπους που εργάζονται στο τραπεζικό σύστημα), η έκνομη είσοδος σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και η υποκλοπή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, η άμεση παρακολούθηση προσώπων κλπ. βιομηχανικό μορφολογικό σχέδιο.Ο όρος σημαίνει την τεχνική της διαμόρφωσης του σχήματος ενός προϊόντος μαζικής παραγωγής, ώστε να έχει καλαίσθητη εμφάνιση. Το βιομηχανικό μορφολογικό σχέδιο καθορίζει σήμερα το σχήμα ενός αμαξώματος, ενός αεροπλάνου, ενός αντικειμένου οικιακής χρήσης ή ενός διακόπτη. Χρησιμοποιείται επίσης στην κατασκευή πλοίων, σιδηροδρόμων, κάποτε ολόκληρων βιομηχανικών συγκροτημάτων ή προκατασκευασμένων κατοικιών. Ο σχεδιαστής είναι λοιπόν ένας μορφολόγος,ο οποίος συνεργάζεται και με ειδικούς άλλων κλάδων για τη δημιουργία του σχήματος ενός προϊόντος. Η βιομηχανική μορφολογία αναπτύχθηκε μετά τη Bιομηχανική επανάσταση, όταν άρχισαν να παράγονται σε μεγάλες ποσότητες είδη που μέχρι τότε κατασκευάζονταν από τη βιοτεχνία, αν και το πρόβλημα της σχέσης λειτουργικότητας και αισθητικής του αντικειμένου είχε τεθεί από την εποχή των Άγγλων εμπειρικών και του Καντ. Το 1832, ο Ρόμπερτ Πιλ υποστήριξε στην αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων την ανάγκη να ενισχύσει το κράτος τις σπουδές του σχεδίου που ήταν χρήσιμο στις β. Πραγματικός βιομηχανικός μορφολόγος σχεδιαστής ήταν ο Λιούις Ντέι (1845-1910). Αλλά και ο Βίκτορ Χόρτα (1861-1947) μελέτησε από το 1903 το πρόβλημα της προσαρμογής της μορφής στην οργανικότητα και στις νέες μεθόδους της κατασκευής. Στη Γερμανία, ο Χέρμαν Μουτέζιους πέτυχε το 1907 την ίδρυση των Γερμανικών Εργαστηρίων (Deutsche Werkstätten)και μετά το 1909 o Πέτερ Μπέρενς οργάνωσε την εργασία της σχεδίασης των προϊόντων της AEG δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη γραμμή τους (λάμπες κ.ά.). Το 1918 εμφανίστηκε το κόκκινο και μπλε κάθισμα του Γκέριτ Ρίτβελντ με την πρωτότυπη αντίληψη του χώρου, ενώ το κάθισμα από σωληνωτό χάλυβα του Μαρσέλ Μπρόουερ κατασκευάστηκε το 1922. Ο Βάλτερ Γκρόπιους (1883-1969) σχεδίασε τα πρώτα μεταλλικά έπιπλα και, αντίθετα από τον Γουίλιαμ Μόρις (1834-1896), που θεώρησε τη μηχανή υπεύθυνη για την πτώση της καλαίσθητης εμφάνισης των αντικειμένων, δέχτηκε την καινούργια πραγματικότητα και φρόντισε (κυρίως με το κίνημα του Μπαουχάους) να εκπαιδεύσει νέους καλλιτέχνες για να εργαστούν στην παραγωγή του βιομηχανικού αντικειμένου. Στις ΗΠΑ, το ενδιαφέρον για την αισθητική του προϊόντος παρουσιάστηκε στον μεσοπόλεμο. Τότε δημιουργήθηκαν τα μεγάλα εργαστήρια των καλλιτεχνικών συμβούλων και αναδείχτηκαν οι μεγαλύτεροι μορφολόγοι σχεδιαστές, ο Γουόλτερ Τιγκ και ο Χένρι Ντρέιφους (τηλέφωνα, θερμόμετρα, πυροσβεστήρες, το αεροπλάνο Σουπερκονστελέισιον G, 1951). Στην Ευρώπη, ο Μιές Βαν ντερ Ρόε σχεδίαζε την ίδια εποχή μεταλλικά καθίσματα (1926 ο τύπος MR, 1928 ο τύπος Βαρκελώνη) και ο Άλβαρ Άαλτο παρουσίαζε (1929, σανατόριο του Παΐμιο) κυρτά ξύλινα καθίσματα μαζικής παραγωγής. Το αυτοκίνητο Άντλερ (1931) υπογράφεται από τον Βάλτερ Γκρόπιους, ο οποίος την ίδια περίοδο πραγματοποιεί και χειρολαβές από νίκελ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχε ήδη το 1932 μια επαγγελματική οργάνωση βιομηχανικού σχεδίου. Στα χρόνια του ναζισμού πολλοί Γερμανοί αρχιτέκτονες και μορφολόγοι σχεδιαστές εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και προώθησαν τις ήδη υπάρχουσες πρωτοβουλίες ή δημιούργησαν νέες. Και η ιαπωνική β., μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, επηρεασμένη από το αμερικανικό πνεύμα της αισθητικής διαμόρφωσης του προϊόντος απέκτησε τους δικούς της βιομηχανικούς σχεδιαστές. Για τη σαφήνεια και την απλότητα της γραμμής τους είναι γνωστά τα έργα των Φιλανδών Τάπιο Βιρκάλα (μαχαιροπίρουνα από ξύλο και μέταλλο), Άλβαρ Άαλτο (αντικείμενα από κυρτωμένο ξύλο ή πλαστική ύλη), Έρικ Χέρλοου (μαγειρικά σκεύη από σμαλτωμένο χυτοσίδηρο), των Σουηδών Σβεν Πάλμκβιστ (γυαλικά και κεραμικά) και τα ατσάλινα αντικείμενα των Φόλκε Άρστρομ, Αν Γκίλγκρεν και Σίγκουρντ Πέρσον. Αγγλικής κατασκευής είναι οι ατμομηχανές του Μίσα Mπλακ και τα ηλεκτρικά οικιακά είδη του Ρόι Πέρκινς. Στη Γερμανία εργάστηκαν για τις βιομηχανίες ο Χανς Γκούγκελοτ (ραδιοφωνικές συσκευές), ο Ούγκο Ποτ (μαχαιροπίρουνα) και ο Μαξ Μπιλ (ρολόγια). Στη Γαλλία, η Βιομηχανική Αισθητική είναι άριστα οργανωμένη. Από τις γνωστότερες γαλλικές υλοποιήσεις είναι τα μαγειρικά σκεύη του Λε Κορμπιζιέ και το αυτοκίνητο (1956) Σιτροέν DS 19 του Μπερτόνε. Σημαντικές δημιουργίες του 20ού αι. υπήρξαν το βασικό κάθισμα (1946) του Αμερικανού Τσαρλς Ιμς από ξύλο και μέταλλο, η πολυθρόνα μήτρα (1948) του Σααρίνεν, το αεριωθούμενο Ντάγκλας Χ-3 κ.ά. βιομηχανικός μελανισμός. Είδος παθητικής χρωματικής προσαρμογής διαφόρων ειδών εντόμων, η οποία παρατηρήθηκε στα δάση που βρίσκονται κοντά στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας. Πριν από την ανάπτυξη της β., η ατμόσφαιρα σε αυτά τα δάση ήταν καθαρή και οι κορμοί των δέντρων ήταν σκεπασμένοι από ανοιχτόχρωμες λειχήνες που αφθονούν σε υγρά περιβάλλοντα με καθαρή ατμόσφαιρα. Το χρώμα των λειχήνων αποτελούσε πλεονέκτημα για τα έντομα με ανοιχτά χρώματα, που γίνονταν σχεδόν αόρατα για τα εντομοφάγα πουλιά και μειονέκτημα για τα μαύρα. Η ρύπανση της ατμόσφαιρας που προκλήθηκε από την ανάπτυξη της β. σκότωσε τις ευαίσθητες σε αυτή λειχήνες και αντέστρεψε τελείως τις προηγούμενες συνθήκες, γιατί τα λευκά έντομα ξεχώριζαν πια εύκολα πάνω στους σκούρους κορμούς, ενώ τα μαύρα όχι. Η αυξημένη θήρευση των λευκών εντόμων που προκάλεσε αυτό το φαινόμενο περιόρισε μέσα σε λίγες δεκαετίες τους αριθμούς τους, με συνέπεια να επικρατήσουν τα σκούρα έντομα σε όλα τα δάση που βρίσκονται κοντά στα αστικά κέντρα. Αντίθετα, στα δάση που βρίσκονται μακριά από τις πόλεις εξακολουθούν να επικρατούν τα λευκά. Το φαινόμενο του βιομηχανικού μελανισμού θεωρείται ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η φυσική επιλογή προωθεί την επικράτηση των επιτυχημένων για ένα δεδομένο περιβάλλον χαρακτηριστικών και τον αποκλεισμό άλλων λιγότερο επιτυχημένων. Εσωτερικό αγγλικού υφαντουργείου γύρω στο 1830. Η ατμομηχανή που κατασκεύασε το 1876 ο Αμερικανός εφευρέτης Κόρλις, σε χαλκογραφία της εποχής. Αγγλικό ανθρακωρυχείο, σε ανώνυμο πίνακα του 1790. Στο βάθος διακρίνεται μία ατμομηχανή, η εφεύρεση της οποίας αποτέλεσε θεμελιώδη συμβολή στη βιομηχανική επανάσταση (Πινακοθήκη Γουόλκερ, Λίβερπουλ). Η βιομηχανία των ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν από τις πρώτες που λειτούργησαν σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα παραγωγής. Στη φωτογραφία, τμήμα συναρμολόγησης υπολογιστών τη δεκαετία του 1960. Επιταχυντής για τον έλεγχο της πυρηνικής διάσπασης, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε στις ΗΠΑ τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Εργοστάσιο στη Μεγάλη Βρετανία? οι ιδιότυπες μορφές των σύγχρονων εργοστασίων, με τη δική τους λειτουργική αισθητική, έχουν εισχωρήσει και ενταχθεί στο τοπίο. Το εργοστάσιο Βαν Νέλε στο Ρότερνταμ, δείγμα της ορθολογιστικής περιόδου της βιομηχανίας αρχιτεκτονικής. Το οικοδομικό συγκρότημα της IBM Γαλλίας, κοντά στη Νϊκαια, έργο των Ρ. Λοζιέ και Μ. Μπρόιερ. Κάτοψη του συγκροτήματος Ολιβέτι στο Ποτσουόλι της Ιταλίας. Μια από τις σημαντικότερες βιομηχανίες της σημερινής εποχής είναι αυτή των αυτοκινήτων, άμεσα συνδεδεμένη πλέον με τον βιομηχανικό μορφολογικό σχεδιασμό (φωτ. από Διεθνή Έκθεση Αυτοκινήτου Φρανκφούρτης). Τμήμα συσκευασίας σε βιομηχανία παρασκευής φαρμάκων (φωτ. Lavifarm). Βιομηχανία τσιμέντων στο Δρέπανο Αχαϊας. ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
* * *
η (Α βιομηχανία) [βιομήχανος]
κλάδος παραγωγής με αντικείμενο τον μετασχηματισμό των πρώτων υλών και ημικατεργασμένων προϊόντων σε αγαθά κατανάλωσης
αρχ.
η δραστηριότητα για ν' αποκτήσει κανείς τα απαραίτητα για τη ζωή του.

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • βιομηχανία — η η παραγωγή αγαθών με μηχανές σε εργοστάσια μετά την επεξεργασία των πρώτων υλών: Είναι χώρα με αναπτυγμένη βιομηχανία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψύχους, βιομηχανία του- — Σύνολο οργανωμένων βιομηχανικών διαδικασιών, που αποβλέπουν στην επίτευξη θερμοκρασιών γύρω ή κάτω του 0°C σε σώματα ή σε ειδικούς χώρους. Η τεχνολογική ανάπτυξη του 19ου αι. έθεσε τις βάσεις για την κατασκευή των πρώτων μηχανημάτων παραγωγής… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • επαγγελματικές νόσοι — Νόσοι που προκαλούνται από τις συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος. Διακρίνονται από εκείνες τις παθολογικές καταστάσεις στις οποίες το είδος της εργασίας δρα μόνο ως τυχαίο αίτιο, όπως, για παράδειγμα, τα ατυχήματα. Σε αντίθεση με τα ατυχήματα …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • απόσταξη — Εργασία με την οποία μείγμα δύο ή περισσότερων υγρών διαχωρίζεται άμεσα στα συστατικά του, ή ένα υγρό καθαρίζεται από τις ξένες προσμείξεις, αφού υποβληθεί σε εξάτμιση και διαδοχική συμπύκνωση των παραγόμενων ατμών. Αν θερμάνουμε ένα μείγμα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”